σκεπαστά

σκεπαστά
σκεπαστά̱ , σκεπαστής
shelterer
masc nom/voc/acc dual
σκεπαστής
shelterer
masc voc sg
σκεπαστής
shelterer
masc nom sg (epic)
σκεπαστός
covered
neut nom/voc/acc pl
σκεπαστά̱ , σκεπαστός
covered
fem nom/voc/acc dual
σκεπαστά̱ , σκεπαστός
covered
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • σκεπαστάς — σκεπαστά̱ς , σκεπαστής shelterer masc acc pl σκεπαστά̱ς , σκεπαστής shelterer masc nom sg (epic doric aeolic) σκεπαστά̱ς , σκεπαστός covered fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπαστός — ή, ό / σκεπαστός, ή, όν, ΝΜΑ [σκεπάζω] 1. αυτός ο οποίος έχει σκέπασμα, που έχει σκεπαστεί, σκεπασμένος, καλυμμένος 2. (για χώρο) αυτός που έχει στέγη, που έχει στεγαστεί, στεγασμένος νεοελλ. 1. μτφ. α) αυτός που συγκαλύπτεται, που δεν… …   Dictionary of Greek

  • Κούβα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κούβας Έκταση: 110.860 τ. χλμ. Πληθυσμός: 11.243.400 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Αβάνα (2.181.500 κάτ. το 2001)Νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής θάλασσας, στην Κεντρική Αμερική, μεταξύ του κόλπου του Μεξικού και της… …   Dictionary of Greek

  • σκεπαστός — ή, ό 1. σκεπασμένος: Έβαλε το φαγητό σε μια σκεπαστή σουπιέρα για να μην το λερώσουν μύγες. 2. συγκαλυμμένος, όχι σαφής: Τα είπε σκεπαστά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”